Το «Γωγουλίνι» έγινε μελέτη στο Πανεπιστήμιο Πατρών: Πώς τα γλωσσικά «λάθη» της έγιναν σήμα κατατεθέν
«Μαλβίδες» αντί Μαλδίβες. «Συνθετήρας» αντί συνδετήρας. «Τα φόντα σας» αντί «τα φώτα σας». Οι λέξεις της τηλεοπτικής Γωγώς δεν έμειναν μόνο ως αστεία στη «Χρυσή Τηλεόραση» του Νίκου Μουτσινά. Έγιναν υλικό πανεπιστημιακής μελέτης, η οποία εξέτασε 400 ατάκες και αναζήτησε τι κρύβεται πίσω από τα επαναλαμβανόμενα γλωσσικά «λάθη».
Οι παράξενοι τύποι ακολουθούσαν επαναλαμβανόμενα μοτίβα, δεν εμπόδιζαν την κατανόηση και σταδιακά μετατράπηκαν σε προσωπικό τηλεοπτικό σήμα κατατεθέν. Παράλληλα, ο τρόπος με τον οποίο προβάλλονταν και διορθώνονταν έστηνε μπροστά στο κοινό δύο σταθερούς ρόλους: εκείνη που «δεν γνωρίζει» τη σωστή λέξη και εκείνον που έχει την εξουσία να την αποκαταστήσει.
Η μελέτη της Ευδοκίας Ρεβίθη, με τίτλο «Γλωσσικά “λάθη” και διορθωτικές πρακτικές: η περίπτωση της κωμικόγλωσσας στα μέσα μαζικής κουλτούρας», δημοσιεύτηκε στον έβδομο τόμο των Patras Working Papers in Linguistics του Τμήματος Φιλολογίας. Η Ρεβίθη εκπονεί διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Πατρών με αντικείμενο τα γλωσσικά λάθη στα μέσα μαζικής κουλτούρας.
Οι 400 ατάκες της «Χρυσής Τηλεόρασης»
Το υλικό προήλθε από αποσπάσματα ψυχαγωγικής εκπομπής με κεντρικό πρόσωπο τη Γωγώ, τα οποία προβάλλονταν στο «Καλό Μεσημεράκι» του ΣΚΑΪ από το 2019 έως το 2023. Η ερευνήτρια απομαγνητοφώνησε τα διαθέσιμα επεισόδια στο YouTube και συγκρότησε ένα σώμα 400 ατάκων.
Οι επίμαχες λέξεις είχαν ήδη επισημανθεί κατά το μοντάζ, πριν φτάσουν στον ζωντανό σχολιασμό του Νίκου Μουτσινά. Το «λάθος» αποκτούσε έτσι τη δική του σκηνοθεσία: εντοπιζόταν, τονιζόταν στην οθόνη και παραδιδόταν στον παρουσιαστή για να χτίσει πάνω του το αστείο.
Αυτή η διαδικασία ενδιαφέρει ιδιαίτερα τη μελέτη. Η γλώσσα της Γωγώς δεν εξετάζεται αποκομμένη από την τηλεόραση, αλλά μέσα στον μηχανισμό που την επέλεγε, την επεξεργαζόταν και την πρόβαλλε ως θέαμα.
Το «λάθος» που όλοι καταλάβαιναν
Οι «Μαλβίδες» ξενίζουν, όμως οδηγούν αμέσως στις Μαλδίβες. Ο «συνθετήρας» ακούγεται παράξενος, αλλά μέσα στη συγκεκριμένη φράση γίνεται σαφές ότι πρόκειται για συνδετήρα. Το νόημα παραμένει αναγνωρίσιμο, επειδή οι νέες λέξεις πατούν πάνω σε ήχους και κανόνες που ήδη γνωρίζουμε.
Άλλοτε αλλάζει ένα γράμμα ή μια συλλαβή. Άλλοτε ενώνονται δύο συγγενικές έννοιες, όπως στο «οπαδόμαστε», που συνδυάζει τον οπαδό με το «φανατιζόμαστε». Σε άλλες περιπτώσεις, μια απλή φράση ντύνεται με έναν υπερβολικά επίσημο τύπο. Η έκπληξη γεννιέται ακριβώς τη στιγμή που ο ακροατής αναγνωρίζει τι πήγε να ειπωθεί.
Η εργασία ονομάζει αυτό το επαναλαμβανόμενο γλωσσικό παιχνίδι «κωμικόγλωσσα». Ο όρος περιγράφει μια σειρά από κατασκευασμένες λέξεις και εκφράσεις που βασίζονται στη φυσική γλώσσα, λειτουργούν με κάποια συνέπεια και παράγουν χιούμορ. Η ίδια παράδοση εμφανίζεται, σε διαφορετικές μορφές, στη «Μαντάμ Σουσού», στον Μποστ και στα «Φατσέικα» του «Καφέ της Χαράς».
Μια τηλεοπτική περσόνα χτισμένη με λέξεις
Η συχνή επανάληψη μετέτρεψε τις ιδιόμορφες διατυπώσεις σε γνώρισμα της Γωγώς. Η σατιρική ενότητα αποκτούσε σταθερό υλικό και το προσωνύμιο «Γωγουλίνι» συνδέθηκε με μια αναγνωρίσιμη φιγούρα. Η μελέτη περιγράφει τη γλώσσα της ως προσωπική ποικιλία, ένα ύφος που λειτουργούσε σαν υπογραφή.
Η Ρεβίθη ερμηνεύει αυτή τη λειτουργία ως εργαλείο αυτοπροβολής και οικοδόμησης τηλεοπτικής ταυτότητας. Η διατύπωση αφορά τον ρόλο που απέκτησαν οι ατάκες μέσα στο τηλεοπτικό προϊόν· δεν αποδεικνύει ότι καθεμία από αυτές ειπώθηκε βάσει σχεδίου.
Το ουσιαστικό δεδομένο βρίσκεται αλλού: η επικοινωνία λειτουργούσε. Η λέξη ξέφευγε από τον καθιερωμένο τύπο, αλλά ο θεατής έβρισκε το νόημα. Με όρους γλωσσικής ορθότητας υπήρχε «λάθος». Με όρους τηλεόρασης είχε δημιουργηθεί brand.
Το λάθος που έκανε ο διορθωτής
Σχεδόν όλες οι διορθώσεις του υλικού προέρχονται από τον Νίκο Μουτσινά. Ο παρουσιαστής επαναλάμβανε τον παράξενο τύπο, έδινε τη σωστή λέξη ή συνέχιζε το λεκτικό παιχνίδι. Η επανάληψη παγίωνε την κατανομή: η Γωγώ εμφανιζόταν ως η «αμόρφωτη» περσόνα και ο παρουσιαστής ως ο ενημερωμένος γλωσσικός κριτής.
Μια μικρή λεπτομέρεια που εντόπισε η ερευνήτρια ανατρέπει αυτή τη βεβαιότητα. Σε μια από τις σπάνιες απόπειρες αυτοδιόρθωσης, η Γωγώ περνά από το σωστό «εμπορεύτρια» στο λανθασμένο «εμπόρισα». Η παραγωγή επισημαίνει γραπτώς τη δεύτερη λέξη, όμως στην επισήμανση κάνει δικό της ορθογραφικό λάθος. Ο τηλεοπτικός διορθωτής δεν το παρατηρεί.
Για λίγα δευτερόλεπτα, τα όρια θολώνουν. Εκείνος που επιτηρεί τη γλώσσα αποδεικνύεται εξίσου ευάλωτος στην αστοχία με εκείνη που βρίσκεται μόνιμα στη θέση της διορθωμένης.
Πότε το γέλιο γίνεται στίγμα
Η μελέτη εξετάζει το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, όχι την ηθική αξία κάθε αστείου. Η δημόσια διόρθωση, όμως, δεν αφορά μόνο μια λέξη όταν επαναλαμβάνεται και συνοδεύεται από συγκεκριμένους κοινωνικούς ρόλους. Κύρος αποκτά εκείνος που γνωρίζει το «σωστό», ενώ ο άλλος κινδυνεύει να χαρακτηριστεί συνολικά λιγότερο μορφωμένος.
Η γλωσσική ιδιομορφία χάρισε στη Γωγώ αναγνωρισιμότητα και τηλεοπτικό χώρο. Ταυτόχρονα προβλήθηκε ως θέαμα και ως παράδειγμα προς αποφυγή. Η απόκλιση έγινε αποδεκτή επειδή προκαλούσε γέλιο, με τον διορθωτή πάντοτε παρόντα για να επαναφέρει τον κανόνα.
Το ίδιο μοτίβο επιβιώνει σήμερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ένα ορθογραφικό ή λεκτικό λάθος απομονώνεται σε ένα στιγμιότυπο και χρησιμοποιείται συχνά ως απόδειξη για τη μόρφωση, την ευφυΐα ή ακόμη και την αξία του ανθρώπου που το έκανε.
Οι 400 ατάκες φωτίζουν τελικά μια απλή αντίφαση: γελάσαμε με λέξεις που καταλάβαμε αμέσως. Η επικοινωνία είχε πετύχει· η δημόσια κρίση είχε ήδη αρχίσει.
Πηγές
- Η μελέτη της Ευδοκίας Ρεβίθη
- Patras Working Papers in Linguistics, τόμος 7 (2026)
- Η καταχώριση της διδακτορικής έρευνας στο Τμήμα Φιλολογίας