Πατρινός ο αρχηγός του κυκλώματος πορνείας! Τι συμβαίνει σε Δυτική Αχαϊα και Ηλεία
Οι πρόσφατες αποκαλύψεις γύρω από τη δράση κυκλωμάτων που φέρονται να εκμεταλλεύονται σεξουαλικά γυναίκες σε απομονωμένες περιοχές της Ηλείας φαίνεται πως αποτελούν μόνο ένα τμήμα μιας πολύ μεγαλύτερης εικόνας.
Πληροφορίες που φτάνουν σε αστυνομικές υπηρεσίες και αξιολογούνται το τελευταίο διάστημα περιγράφουν ένα πολυεπίπεδο δίκτυο με παρουσία σε αρκετές περιοχές της χώρας, πέρα από τις αγροτικές εκτάσεις της Μανωλάδας και της Στροφυλιάς.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, οι αρχές εκτιμούν ότι σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του δικτύου διαδραματίζουν δύο Έλληνες, ένας από την Πάτρα και ένας από την Αθήνα. Οι δύο άνδρες φέρονται να κινούν τα νήματα μιας δραστηριότητας που περιλαμβάνει τη στρατολόγηση γυναικών από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και την προώθησή τους σε παράνομη πορνεία.
Οι γυναίκες που βρίσκονται στο στόχαστρο
Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι στο δίκτυο φέρονται να καταλήγουν γυναίκες που βρίσκονται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται Ρομά από διάφορες περιοχές της χώρας, Ελληνίδες που αντιμετωπίζουν προβλήματα εξάρτησης από ουσίες, καθώς και αλλοδαπές γυναίκες από χώρες των Βαλκανίων οι οποίες βρίσκονται στην Ελλάδα χωρίς τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγγραφα. Οι γυναίκες αυτές αποτελούν εύκολους στόχους για όσους αναζητούν πρόσωπα που δύσκολα θα απευθυνθούν στις αρχές ή θα καταγγείλουν όσα συμβαίνουν.
Οι ερευνητές θεωρούν ότι η ευαλωτότητα των συγκεκριμένων γυναικών είναι το βασικό στοιχείο πάνω στο οποίο στηρίζεται η λειτουργία του κυκλώματος. Η οικονομική εξαθλίωση, η κοινωνική απομόνωση, οι εξαρτήσεις ή ο φόβος απέλασης δημιουργούν συνθήκες απόλυτης εξάρτησης. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, αρκετές από τις γυναίκες φέρονται να εκδίδονταν παράνομα σε περιοχές της Αθήνας πριν μεταφερθούν σε άλλες περιοχές της χώρας ανάλογα με τη ζήτηση.
Από την Αθήνα στην Πάτρα και την ύπαιθρο
Το ενδιαφέρον των αρχών στρέφεται πλέον στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι μετακινήσεις.
Οι πληροφορίες που εξετάζονται περιγράφουν ένα δίκτυο μεταφοράς γυναικών ανάμεσα σε Αθήνα, Πάτρα, Δυτική Ελλάδα και Πελοπόννησο. Οι διαδρομές φέρονται να οργανώνονται ανάλογα με τις ανάγκες που παρουσιάζονται σε κάθε περιοχή και τη διαθεσιμότητα των γυναικών.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στις καταγγελίες που αναφέρουν ότι ομάδες γυναικών μεταφέρονταν σε αγροτικές περιοχές όπου εργάζονται μεγάλοι αριθμοί αλλοδαπών εργατών γης.
Εκεί, σύμφωνα με όσα καταγγέλλονται, στήνονταν πρόχειροι χώροι στους οποίους πραγματοποιούνταν οι παράνομες δραστηριότητες, συνήθως σε απομονωμένα σημεία μακριά από κατοικημένες περιοχές.
Οι ίδιες πηγές υποστηρίζουν ότι η δραστηριότητα παρουσίαζε ιδιαίτερη κινητικότητα κατά τις περιόδους πληρωμής των εργατών, όταν υπήρχε αυξημένη ρευστότητα στην τοπική αγορά.
Οι «ροζ» αγγελίες και η δεύτερη δραστηριότητα
Ένα ακόμη στοιχείο που εξετάζεται αφορά την παράλληλη δραστηριότητα που φέρεται να αναπτύσσουν τα πρόσωπα που βρίσκονται στο μικροσκόπιο.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι δύο Έλληνες που φέρονται να έχουν ηγετικό ρόλο στο δίκτυο εμφανίζονται να δραστηριοποιούνται και στον χώρο των συνοδών πολυτελείας μέσω ηλεκτρονικών αγγελιών.
Οι αγγελίες αυτές δημοσιεύονται σε εξειδικευμένες ιστοσελίδες και αφορούν μετακινήσεις γυναικών σε Αθήνα, Πάτρα, Αχαΐα, Ηλεία, Αιτωλοακαρνανία, Μεσσηνία και άλλες περιοχές της Πελοποννήσου.
Οι αρχές προσπαθούν να διαπιστώσουν εάν πρόκειται για δύο ανεξάρτητες δραστηριότητες ή για διαφορετικές όψεις του ίδιου μηχανισμού εκμετάλλευσης. Αξιωματικοί που ασχολούνται με υποθέσεις εμπορίας ανθρώπων θεωρούν ότι σε πολλές περιπτώσεις τα όρια ανάμεσα στην παράνομη πορνεία, την οικονομική εκμετάλλευση και το trafficking είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτα.
Έρευνες χωρίς επίσημες καταγγελίες
Παρά τη φημολογία που αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια σε αρκετές περιοχές της Δυτικής Ελλάδας, το μεγαλύτερο πρόβλημα για τις διωκτικές αρχές παραμένει η απουσία επίσημων καταγγελιών.
Πρόσωπα που γνωρίζουν τον τρόπο λειτουργίας τέτοιων κυκλωμάτων επισημαίνουν ότι τα θύματα σπάνια καταφεύγουν στις αστυνομικές υπηρεσίες. Ο φόβος, οι απειλές, η οικονομική εξάρτηση και η έλλειψη υποστηρικτικών δομών λειτουργούν αποτρεπτικά. Παράγοντες που παρακολουθούν το ζήτημα σημειώνουν ότι η ενίσχυση δομών υποδοχής και ανώνυμης καταγγελίας θα μπορούσε να διευκολύνει την προσέγγιση πιθανών θυμάτων από τις αρχές.
Οι έρευνες συνεχίζονται με διακριτικότητα, ενώ εξετάζονται στοιχεία και πληροφορίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα για την ύπαρξη ή μη οργανωμένου δικτύου.
Το βέβαιο είναι ότι οι καταγγελίες έχουν προκαλέσει έντονο προβληματισμό στις αρχές, καθώς εφόσον επιβεβαιωθούν, θα πρόκειται για μια υπόθεση με σοβαρές κοινωνικές και ποινικές προεκτάσεις που εκτείνεται πολύ πέρα από τα όρια της Ηλείας.
Τα σημεία που εξετάζουν οι αρχές
Οι ερευνητικές υπηρεσίες επικεντρώνουν την προσοχή τους σε τέσσερις βασικούς άξονες. Ο πρώτος αφορά τη στρατολόγηση γυναικών που βρίσκονται σε κατάσταση ευαλωτότητας, με έμφαση στον τρόπο προσέγγισης και στα κριτήρια επιλογής των θυμάτων.
Ο δεύτερος σχετίζεται με τις μετακινήσεις τους ανάμεσα σε διαφορετικές περιοχές της χώρας, καθώς οι αρχές επιχειρούν να χαρτογραφήσουν τις διαδρομές και τα σημεία στάθμευσης που χρησιμοποιούνται. Ο τρίτος αφορά τις οικονομικές διαδρομές και τα πρόσωπα που αποκομίζουν κέρδη από τη δραστηριότητα, με προσοχή στον τρόπο διακίνησης χρημάτων και στην πιθανή νομιμοποίηση εσόδων.
Ο τέταρτος συνδέεται με τη χρήση διαδικτυακών πλατφορμών και αγγελιών μέσω των οποίων φέρεται να προωθούνται οι παρεχόμενες υπηρεσίες, καθώς οι ερευνητές εξετάζουν λογαριασμούς, τηλεφωνικούς αριθμούς και ψηφιακά ίχνη που ενδέχεται να συνδέουν εμπλεκόμενα πρόσωπα.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται επίσης στις πληροφορίες που συνδέουν τις αγροτικές περιοχές της Ηλείας με μεγαλύτερα αστικά κέντρα, καθώς οι αξιωματικοί θεωρούν ότι τέτοιου είδους δίκτυα σπάνια λειτουργούν αμιγώς τοπικά και συνήθως διαθέτουν ευρύτερη γεωγραφική ανάπτυξη με πολλαπλά σημεία δράσης. Οι έρευνες βρίσκονται σε εξέλιξη και μέχρι στιγμής δεν έχουν ανακοινωθεί επίσημα αποτελέσματα ή διώξεις που να συνδέονται με τις συγκεκριμένες καταγγελίες, με τις αρμόδιες υπηρεσίες να διατηρούν αυξημένη επιφυλακτικότητα ως προς τη δημοσιοποίηση στοιχείων πριν την ολοκλήρωση της προανάκρισης.